ΚΕΙΜΕΝΑ

                                                      Ο σοφός

Σταμάτησαν τη φάλαγγα δίπλα στην πηγή. Δέκα λεπτά όλα κι όλα που τους έδωσαν κι οι αιχμάλωτοι πολλοί, όρμησαν σπρώχνοντας, τσαλαπατώντας ο ένας τον άλλον, να προλάβουν. Οι πρώτοι που ξεδίψασαν παραμέρισαν ανακουφισμένοι και μόνο τότε πρόσεξαν το σοφό που κάθονταν δίπλα.
«Γέροντα», πρόστρεξαν απελπισμένοι, «πες μας πως να λευτερωθούμε απ’  τα δεσμά μας».
«Κάνετε τα δεσμά δεσμούς», αποκρίθηκε.
«Μα πώς;», απόρησαν.
«Έτσι!», είπε και παίρνοντας ένα κομμάτι αλυσίδας το μάζεψε μ’ έναν τρόπο που ξαφνικά βρέθηκαν ο ένας δίπλα στον άλλον, χωρίς κενά μεταξύ τους, ενωμένοι σε μια ανθρώπινη αλυσίδα αδιαίρετη κι αδιάσπαστη.
«Έτσι!», επανέλαβε.

        (Δημοσιεύτηκε το 2015 στη συλλογή πεζών και ποιημάτων
            «Μαζί είμαστε πιο πολλοί κι από εμάς τους ίδιους»)
                                                     


                                                    ⟺⟺⟺⟺⟺⟺


                         Τα λησμονημένα


ta lismonimena


Ο Διονύσης βγήκε κτυπώντας την πόρτα με δύναμη. Ανέβηκε στην ταράτσα ν' ανασάνει. Το σπίτι τον έπνιγε. Νόμιζε πως θα σκάσει από το βάρος που 'χε θρονιαστεί στην ψυχή του, προσπαθώντας να βγάλει από τη μύγα ξύγκι. Δεν άντεχε άλλο. Δεν άντεχε άλλο το άγχος, την αγωνία, τον πανικό, τους λογαριασμούς, τα χρέη, τις δόσεις, τα δάνεια, τους ανέλπιδους κόπους, τη ζωή χωρίς αύριο, την γκρίνια και την ανασφάλεια της Λίτσας. Αυτή η αγκομαχούσα καθημερινότητα τον τρέλαινε. Θα 'θελε τόσο πολύ να γλιτώσει, να δραπετεύσει αδιαφορώντας για το κόστος. Άναψε ένα τσιγάρο ατενίζοντας το κενό που απλωνόταν μπροστά του. 
«Κάπως έτσι πρέπει να αισθάνονται κι όλοι εκείνοι που αποφασίζουν να πηδήξουν», σκέφτηκε και σκύβοντας, υπολόγισε την απόσταση μέχρι την άσφαλτο, θέλοντας, υποθετικά, να βεβαιωθεί πως αν τυχόν και τ' αποφάσιζε, δεν θα υπήρχε περίπτωση αποφυγής του μοιραίου. Το τέλος, υποθετικά πάντα, το 'θελε οριστικό και τελεσίδικο, χωρίς σακατιλίκια και καινούργιους καημούς. Του περίσσευαν, προσώρας, όσα βάσανα είχε.
Από τους ζοφερούς συλλογισμούς τον απέσπασε μια σαγηνευτική μελωδία που 'ρθε, απρόσμενα, να χαϊδέψει τ' αφτιά του. «Μουσική!», ψιθύρισε ξαφνιασμένος αναζητώντας την πηγή προέλευσης. Στον αποκάτω όροφο της πολυκατοικίας απέναντι, μέσα από την διάπλατα ανοικτή μπαλκονόπορτα, γρήγορα εντόπισε ένα νεαρό που όρθιος έπαιζε βιολί. Ολότελα συγκεντρωμένος, έπαιζε με τέτοιο πάθος που το όργανο έμοιαζε ν' αποτελεί προέκταση του σώματος του. Γοητευμένος, ο Διονύσης, ακούμπησε στα κάγκελα απολαμβάνοντας την γεμάτη πάθος μελωδία που αναστάτωνε το είναι του, προκαλώντας του ανεξήγητα ρίγη. Σε λίγο, καθώς το μάτι του συνήθιζε στις σκιές, στο εσωτερικό του χωρίς αναμμένα φώτα διαμερίσματος, διέκρινε και τη φιγούρα μιας κοπέλας, που κουλουριασμένη πάνω σ' ένα πουφ είχε καθηλωθεί, όμοια με τον ίδιο, από τις δοξαριές του μουσικού. Όταν ο νεαρός σταμάτησε, η κοπέλα σηκώθηκε, έστρωσε προσεκτικά ένα ταπέτο στο στενό μπαλκονάκι τους, άναψε ένα κερί και βγήκαν έξω. Η ματιά του Διονύση, αγκιστρωμένη, τους παρακολούθησε να βολεύονται πάνω σ' εκείνο το ταπέτο, κι αγκαλιασμένοι να προσηλώνονται κάπου κατά τη δύση. Γεμάτος περιέργεια έστρεψε και το δικό του βλέμμα. Κόκκινες, κίτρινες, πορτοκαλιές, γαλάζιες πινελιές χρωμάτιζαν τον ορίζοντα. Ηλιοβασίλεμα! «Κοίτα ομορφιά!», μονολόγησε, συγκινημένος σχεδόν απ' τις διεγερμένες αισθήσεις του. «Τόση ομορφιά κι εμείς σπαταλάμε τη ζωή μας μες την ασχήμια!».
Προσπάθησε να θυμηθεί από πότε είχε να ευχαριστηθεί ένα ηλιοβασίλεμα! Από πότε είχε ν' αγκαλιάσει τη γυναίκα του ερωτικά, να της πει κάτι τρυφερό, να καθίσουν παρέα για να μοιραστούν τη χαρά, τη ζεστασιά ο ένας του άλλου. Στριμωγμένοι στο μικρό τραπέζι της κουζίνας, συνήθως βρίσκονταν ο ένας απέναντι απ' τον άλλον. Ίδιοι αντίπαλοι, τρωγόντουσαν σε καθημερινή βάση για τα λεφτά που δεν έφταναν, για το παιδί που παρ' όλα αυτά επέμενε να κάνει η Λίτσα και που σκόνταφτε στη δική του απόλυτη άρνηση, για τις ευθύνες και τις υπαιτιότητες που απλόχερα καταλόγιζαν ο ένας στον άλλο.
Στον ορίζοντα εμφανίστηκαν οι πρώτες γκρι αποχρώσεις. Η ψυχή του κλώτσησε. Όχι, δεν ήθελε άλλο γκρίζο στη ζωή του και τώρα ήξερε πώς να το αντιμετωπίσει. Κατέβηκε σπίτι.
Μπαίνοντας, πήρε το κοντρόλ από τα χέρια της γυναίκας του κλείνοντας την τηλεόραση. Εκείνη τον κοίταξε παραξενεμένη. «Συμβαίνει κάτι;», ρώτησε. Κάθισε δίπλα της. «Καλύτερα να μιλήσουμε», απάντησε. «Και τι να πούμε;» ανασήκωσε βαριεστημένα τους ώμους. Ο Διονύσης, πλησιάζοντας περισσότερο την αγκάλιασε τρυφερά. «Ας ξεκινήσουμε απ' τα λησμονημένα», πρόφερε συγκινημένος. «Σ' αγαπάω, Λίτσα!».

30/5/2016



                                              ⟺⟺⟺⟺⟺⟺

                          Τα γενέθλια


Μπήκε φορτωμένος και χαρούμενος. «Τι είν’ όλα αυτά;», πήγε να ρωτήσει αλλά δεν πρόλαβε, χείμαρρος ο Αποστόλης την πρόφτασε. «Κλεισ’ τα μάτια σου, κλεισ’ τα! Έκπληξη!». Καθισμένη στον καναπέ, περίμενε η Πετρούλα όλο περιέργεια. Στην προτροπή «τώρα!», τ’ άνοιξε αντικρίζοντας ένα θέαμα τόσο απρόσμενο που η καρδιά της σταμάτησε. Μπροστά της, παρατεταγμένα πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού, υπήρχε μια σειρά από δώρα. Μια ανθοδέσμη από ρόδινες, ευωδιαστές ορχιδέες, ένα μπουκάλι σαμπάνιας, ένα πανέμορφο χρυσό δακτυλίδι και μια τούρτα που με ροζ σαντιγί έγραφε πάνω της, «Χρόνια Πολλά Πετρούλα!». Σάστισε! Τι χρόνια πολλά ήταν αυτά, αφού δεν γιόρταζε! «Το ξέχασες εντελώς;», συνέχισε ο Αποστόλης στο ίδιο εορταστικό πνεύμα. Πριν το βλέμμα της επιστρέψει στα όμορφα καλούδια που καθήλωναν τη ματιά της, στάθηκε για λίγο επάνω του γεμάτο απορία. «Βρε ψαράκι μου, τι έπαθες;», προσπάθησε εκείνος ν’ αφυπνίσει τη μνήμη της. «Δέκα Μαρτίου σήμερα, γιορτάζεις!».

Όμοια μ’ αστραπή έσκισε η υπενθύμιση το πέπλο της λήθης. Δέκα Μαρτίου! Πράγματι, σαν σήμερα είχε γεννηθεί και ξεχαστεί ταυτόχρονα! Ποια γενέθλια, εδώ ούτε τ’ όνομα της δεν θυμόταν η μάνα της! Ειρήνη ή Κική τη φώναζε, των θειάδων της τα ονόματα, κι αν κάποτε της ξέφευγε κάνα Πετρούλα, ήταν από καθαρή σύμπτωση. Η επιλεκτική αμνησία της μάνας της αφορούσε αποκλειστικά στην ίδια, κι ήταν μια από τις αμέτρητες εκδηλώσεις αδιαφορίας στο πρόσωπο της. Λες κι  είχε τύψεις κι ενοχές που δεν είχε ασπαστεί το γεροντοκορισμό των αδελφάδων της, συμπεριφερόταν σαν να μην είχε παιδί. Η πραγματική οικογένεια ήταν οι αδελφές της κι η κόρη μια παρείσακτη. Έδειχνε να ‘χει αποποιηθεί το γεγονός πως κάποτε είχε κι αυτή αγαπήσει κι από τη σχέση εκείνη είχε προκύψει καρπός. Εκτός γάμου, δυστυχώς. Μα η Πετρούλα ήταν που ‘χε βασανιστεί περισσότερο, αναγκασμένη να ζει με το στίγμα, αποδιοπομπαία και περιγέλαστη. Απόβλητη στο σχολείο το καταλάβαινε κι ας την πόναγε, αλλά απόβλητη και στο σπίτι! Δεν το χώραγε ούτε το μυαλό, ούτε η ψυχή της! Κι όσο μεγάλωνε τόσο πίεζε να ξεκλειδώσει το στόμα της μάνας της, να μάθει κάτι παραπάνω για τον πατέρα της, μα ανυποχώρητη και σκληρή εκείνη της έκοβε τη φόρα με την ίδια πάντοτε απάντηση. «Όταν θα ‘ναι ώρα, θα σου πω».

Που να μην έφτανε ποτέ εκείνη η ώρα! Θα προτιμούσε να πιστεύει πως είχε μεγαλώσει σ’ ένα σπίτι μονόχνοτων, αντικοινωνικών, άστοργων και άκαρδων ανθρώπων, παρά να μάθει την αλήθεια. Στην ενηλικίωση της! Μια φορά θυμήθηκε η μάνα της τα γενέθλια της, κι αντί για ευχές και δώρα της έδωσε το τελειωτικό κτύπημα. Χωρίς περιστροφές και κομπιάσματα, λες και περίμενε από καιρό να ξεφορτωθεί το βάρος που σήκωνε, την κάθισε κάτω και της αποκάλυψε την κακοποίηση που ‘χαν υποστεί, και οι τρεις αδελφές, από τον πατέρα τους σαν πέθανε η δική τους μάνα. «Την πέθανε το τέρας και μείναμε ‘μείς ορφανές κι απροστάτευτες. Λεία στα δόντια του! Χαρέμι του γαλάκτου έφτιαξε το κτήνος!». Εμβρόντητη άκουγε η Πετρούλα το χείμαρρο του μίσους και της αποστροφής που ‘χε λευτερώσει η μάνα της. «Δεν ξέρεις πόσο τυχερή στάθηκες που πέθανε όσο ήσουν νήπιο! Γιατί έτσι και ζούσε…, δεν ξέρω ποια θα ήταν και η δική σου κατάληξη! Είχε μεγάλη αδυναμία, βλέπεις, στις κόρες του!». Σάρκασε γελώντας άγρια, παρατεταμένα, μ’ έναν τρόπο τρελό που τη φόβισε. «Εσύ ‘σαι το απόβγαλμα της φρίκης!», σημείωσε περιφρονητικά, λες κι ήταν η Πετρούλα η ένοχη, η φταίχτρα! «Κι ούτε το όνομα της μάνας μας δεν επέτρεψε να σου δώσουμε, ο σκατόψυχος, το δικό του έβγαλε! Πώς να προφέρω ένα όνομα που στο άκουσμα του και μόνο, μου ‘ρχονται τ’ άντερα στο στόμα!».
Παρά την παραζάλη της, η Πετρούλα αντελήφθη το λόγο που οι αδελφές ήταν τόσο άρρωστα δεμένες μεταξύ τους. Κατανόησε και την αιτία που καμιά τους δεν είχε αποτολμήσει να δημιουργήσει μια σχέση μετά το θάνατο του. «Βαριά τα μυστικά, σε ποιον να τα πεις και ν’ αντέξει!». Κι ενώ οι απορίες που κουβάλαγε μέσα της όλα αυτά τα χρόνια είχαν λυθεί, ένα παράπονο, που περιέκλειε τη βιωμένη απόρριψη ολάκερης της ύπαρξης της, βγήκε συμπυκνωμένο σ’ ένα τελευταίο, απλοϊκό ερώτημα. «Εγώ που έφταιξα;». «Πουθενά, αλλά σάμπως φταίξαμε ‘μείς!  Θέλαμε να ξεχάσουμε και δεν μπορούσαμε! Δεν μας το επέτρεπε η παρουσία σου!». Τούτο το τελευταίο την πόνεσε και τη θύμωσε περισσότερο απ’ όλα. Αιχμάλωτη του πόνου της, η μάνα της, αδιαφορούσε πλήρως για τα δικά της τραύματα. «Γιατί με κράτησες τότε;», την έπνιξε ο θυμός. «Γιατί δεν με πέταξες στα σκουπίδια; Έτσι κι αλλιώς για τα σκουπίδια μ’ είχες!». Άστραψε το μάτι της μάνας της. «Δεν σε κράτησα εγώ», αποκρίθηκε μανιασμένα, «εκείνος σε κράτησε!».
Σαν κλαράκι έσπασε, η Πετρούλα, από το βάρος των αποκαλύψεων κι ελευθερώνοντας καημό ετών σπάραξε στο κλάμα. Θρήνησε για τα χρόνια της αφάνειας, για τα χρόνια που περίμενε καρτερικά μια εκδήλωση αγάπης που δεν ερχόταν, για την αδιαφορία που επενδύθηκε ώστε να ελαχιστοποιήσει τον πόνο… Ποια γενέθλια, ποιες γιορτές, ποια δώρα! Αυτά ήταν σαχλαμάρες για μικρά παιδιά κι εκείνη ήταν μεγάλη. Μεγάλη, δυστυχισμένη και μόνη. Μια ανεπιθύμητη σκιά σ’ ένα σπίτι για τρεις, γιατί  κι οι θειάδες της δεν της είχαν συμπεριφερθεί καλύτερα. Η μία για την άλλη, τέταρτος δεν χωρούσε. Έκλαψε ώσπου στράγγιξε, και μόλις βρήκε δουλειά και μπορούσε να τα κουτσοκαταφέρει, τα μάζεψε κι εξαφανίστηκε. Τίποτα δεν πήρε μαζί της παρά την ελπίδα πως, ίσως, κάπου αλλού να κατάφερνε να ζήσει. Όσο για τα παλιά… Τ’ άφησε πίσω, εκεί που ανήκαν.  Μια που τ’ άκουσε, μια που τα ξέχασε. Δεν ήθελε να θυμάται. 

Ξανακοίταξε τον Αποστόλη. Από τις λιγοστές σχέσεις που ‘χε επιχειρήσει να κάνει, μόνο μαζί του είχε νιώσει πως μπορούσε να χαλαρώσει, πως μπορούσε να δείξει εμπιστοσύνη, πως δεν κινδύνευε. Ήταν ευγενικός και τρυφερός άντρας. Στους οκτώ μήνες που μέτραγε η γνωριμία τους είχε αισθανθεί να δένεται μαζί του κι είχε πιάσει τον εαυτό της ν’ αναρωτιέται αν ήταν αυτός ο ένας… Ξανακοίταξε τα δώρα με τη σειρά, ξανακοίταξε κι αυτόν, που όρθιος ακόμα περίμενε μια κάποια αντίδραση. Ούτε στα πιο τρελά της όνειρα αυτό που ζούσε! Η γενναιοδωρία του, από αόρατη την καθιστούσε διακριτή, την τραβούσε από τις σκιές που είχε συνηθίσει να κρύβεται λούζοντας την στο φως. Δεν βρισκόταν λοιπόν λαθραία πάνω στη γη, κάτι πρέπει ν’ άξιζε.  Ν’ άξιζε! Κατασυγκινημένη αναλύθηκε σε λυγμούς.

Ο Αποστόλης την είδε να κλαίει και τα ‘χασε, που να φανταστεί ο άνθρωπος!  Πιθανολόγησε πως ίσως ήταν η υπενθύμιση της ηλικίας που έφταιγε και τα ‘βαλε με τον εαυτό του και με τις ιδέες του! Αλλά και πάλι, στα τριάντα τρία της μια γυναίκα δεν θεωρείται μεγάλη σήμερα! Όπως και να ‘χει, αντί χαράς που ήθελε να προσφέρει, σκόρπισε στεναχώρια κι αμήχανος άρχισε να τραυλίζει διάφορες δικαιολογίες. «Με συγχωρείς..., εγώ δεν..., νόμιζα...». Μα η Πετρούλα, απορροφημένη σ’ ένα διάλογο με το παρελθόν, δεν τον άκουγε. Άξιζε! Άξιζε λοιπόν! Ήταν δυνατόν; Αυτή, που ουδέποτε τη θέλησε κανένας άλλος πλην. . .  Πάλεψε να διώξει τη σκέψη, δεν ήθελε να θυμάται!
Μουδιασμένος από την παρατεταμένη σιωπή ο Αποστόλης ξεκίνησε να μαζεύει τα πράγματα, να μην τα βλέπει άλλο και συγχύζεται, όμως εκείνη, με μια κίνηση, τον σταμάτησε. Τα ήθελε όλα εκεί, όπως ακριβώς τα είχε τοποθετήσει, σε παράταξη! Να τα γλυκοθωρεί  και να βεβαιώνεται πως δεν ήταν της φαντασίας της, συνέβαινε! Την αγαπούσε στ’ αλήθεια λοιπόν, δεν ήταν κουβέντες της στιγμής τα λόγια που της έλεγε! Πιεσμένη από έντονα κι αντιφατικά συναισθήματα, η Πετρούλα έκλαιγε εξ αιτίας του αφυπνισθέντος παρελθοντολογικού πόνου και της ανείπωτης  ευτυχίας του παρόντος ταυτόχρονα.
Σε πλήρες αδιέξοδο εν τω μεταξύ ο Αποστόλης, κάθισε δίπλα της κι αγκαλιάζοντας την έκανε μια ακόμη προσπάθεια. «Βρε κορίτσι μου, δεν καταλαβαίνω! Γιατί δεν μου μιλάς; Γιατί δεν μου λες τι συμβαίνει; Έκανα κάτι που σ’ ενόχλησε;». Σηκώνοντας το κεφάλι βυθίστηκε κατασυγκινημένη στο αγωνιώδες του βλέμμα. Θα ‘θελε να μην χρειαζόταν να πει τίποτα και συνάμα είχε ανάγκη να τα βγάλει όλα από μέσα της. «Όχι», έγνεψε, ενώ τα δάκρυα εξακολουθούσαν αθόρυβα να μουσκεύουν τα μάγουλα της. Ο Αποστόλης άπλωσε το χέρι σ’ ένα διστακτικό χάδι. «Θα  μου μιλήσεις τότε, ή μήπως θέλεις να φύγω;». «Όχι!», βόγκηξε εκείνη, ήταν ό,τι καλύτερο της είχε συμβεί, δεν ήθελε να τον χάσει. Όχι, τι; Όχι να μην φύγει, ή όχι δεν θα του μιλούσε; Πάλευε ν’ αποκρυπτογραφήσει τα δυσνόητα μηνύματα που του έστελνε και καθώς η ώρα κυλούσε άκαρπη, ιδέες στενάχωρες άρχισαν να εισχωρούν στα κενά της σκέψης του! Η στάση της ήταν δυσεξήγητη! Προς τι τούτο το ξέσπασμα; Τι ήταν αυτό που φαινόταν να τη βασανίζει, αλλά δεν τολμούσε ν’ αποκαλύψει; Η ύπαρξη κάποιου άλλου μήπως; Αν δεν είχε αντιδράσει τόσο ακραία, ούτε που θα του περνούσε από το μυαλό, όμως τώρα…. Δεν του είχε δώσει βέβαια καμιά αφορμή μέχρι σήμερα, αλλά έτσι δεν την είχε πατήσει και με την προηγούμενη σχέση του! Όταν δόθηκε η αφορμή ήταν πια αργά! Μια πίκρα απλώθηκε στα σωθικά του. Δεν τον χώραγε ο τόπος, στενεύονταν. «Κάνε Θεέ μου, να μην είναι αλήθεια», ικέτεψε. «Πετρούλα!», υπενθύμισε την παρουσία του. «Πρέπει να σου πω…, πρέπει να σου εξηγήσω…», ψέλλισε εκείνη. Αχ, πώς λέγονται τέτοια πράγματα!  Κρύβοντας το κεφάλι με τα χέρια της διπλώθηκε στα δύο κι η γλώσσα κόμπος, αδύνατο ν’ αρθρώσει κουβέντα. Ο Αποστόλης την περιεργάστηκε απογοητευμένος. Η συμπεριφορά της, τόσο παράξενη κι ένοχη, εγκλώβισε τη σκέψη του στην προδοσία. Κι είχε κάνει τόσα όνειρα για τους δυο τους, είχε πιστέψει… Είχε αγοράσει το δαχτυλίδι ειδικά γι’ αυτήν την περίσταση. Του ‘χε φανεί καταπληκτικός ο συνδυασμός, γενέθλια και πρόταση μαζί! Ό,τι είχε σχεδιάσει, αναποδογύρισε απόψε. Έβαλε το δακτυλίδι στην τσέπη.  «Το δις εξαμαρτείν…», σκέφτηκε θλιμμένα. Σε λίγο θα σαραντάριζε και μια επιλογή της προκοπής δεν είχε κάνει στη ζωή του. Όσο ήταν νέος ήθελε να ζήσει, να γλεντήσει, κι όταν καβατζάροντας τα τριάντα πέντε, κατασταλαγμένος πια, άρχισε να ψάχνει για κάτι πιο σοβαρό, όλο με τις πιο αταίριαστες πήγαινε κι έμπλεκε. Άλλο αταίριαστες βέβαια κι άλλο άπιστες! Στ’ αφτιά του έφτασαν οι δυνατοί κτύποι της καρδιάς του και ξαφνικά ένιωσε ανέτοιμος ν’ αντιμετωπίσει ένα παρελθόν που ζωντάνευε,  ένιωσε αδύναμος, κενός, ξοδεμένος. Κι ούτε είχε καμία διάθεση ν’ ακούσει εξηγήσεις, κανονικά δεν θα ‘πρεπε να χρειάζονται καν. Δεν περίμενε άλλο, άνοιξε την πόρτα και βγήκε.
Στον ήχο της πόρτας που έκλεισε, η Πετρούλα ανασήκωσε το κεφάλι ξαφνιασμένη. Πουθενά ο Αποστόλης. Τη ‘ζωσαν τα μαύρα φίδια. Λες να ‘χε θυμώσει, να ‘χε παρεξηγηθεί; Λες να μην επέστρεφε; Δεν είχε βρει τίποτα να του πει, να τον κρατήσει. Κοίταξε τριγύρω πανικόβλητη! Το άδειο δωμάτιο υπογράμμιζε το κενό της παρουσίας του. Κι είχε ξεκινήσει με τις καλύτερες προδιαγραφές αυτή η βραδιά! «Πότε ακριβώς ήρθαν όλα τούμπα;», αναρωτήθηκε σε μια προσπάθεια  να βάλει τάξη στο χάος της. Στην ολέθρια υπενθύμιση των γενεθλίων, ανακάλεσε, βλέποντας την τούρτα που παρέμενε στη θέση της. Μόνο που τώρα, η ροζ σαντιγί που σχημάτιζε την ευχή είχε λιώσει τόπους τόπους και η Πετρούλα διάβασε με φρίκη,  «Χρόν α   Πολ     Πετρο   !»

22/1/2017 Έπαινος στο λογοτεχνικό διαγωνισμό της ΠΕΛ




Η Λέρος μέσα από τα μάτια της Νούλης Τσαγκαράκη



Το περίγραμμα της Λέρου μοιάζει με φύλλο βελανιδιάς που σαν από θειική παρέμβαση μεταμορφώθηκε σε στεριά. Στεριά καλυμμένη με δάση, για να μείνει για πάντα γοητευτικό, ένα καταπράσινο σμαράγδι που λαμπυρίζει στα μπλε νερά του Αιγαίου. «Λευρά», ονομάστηκε, που θα πει επίπεδο, ομαλό. Οι λιγοστοί κάτοικοι ζούσαν από τον πλούτο της γης και της θάλασσας κι είχαν προστάτιδα την Άρτεμη. Μα αλλάζοντας οι γενεές η αμεριμνησία έγινε αδιαφορία, οι λατρείες και οι θυσίες ατόνησαν, έμεινε ο ναός της θεάς απεριποίητος να πνίγεται στα καλάμια του βάλτου. Θύμωσε η Πότνια κι απέσυρε τη εύνοια της.



  
Ακολούθησαν χρόνοι ταραγμένοι. Μια σειρά αρχαίων λαών διεκδίκησαν και κατέλαβαν τον τόπο. Γέμισε το νησί σκοτωμένους, λαβωμένους, άστεγους… Σκόρπισε ο πόνος την ομορφιά κι οι κάτοικοι τα έβαλαν με τη θεά! Όταν, μεταγενέστερα, είδαν το ιερό της να γκρεμίζεται και με τα υλικά του να οικοδομείται καινούργιος ναός για μια άλλη θεά, παρότι άγνωστη την έκαναν δική τους. Έξαλλη η Κυνηγέτης εγκατέλειψε οριστικά το νησί, μα πριν, με το θυμό της ύφανε πέπλο αόρατο, με το οποίο το κάλυψε, καταδικάζοντας έτσι τους κατοίκους του να ζουν παντοτινά με συντροφιά τον πόνο και τα δάκρυα.



Στοιβάζονταν οι αιώνες κι οι κατακτητές διαδέχονταν ο ένας τον άλλον. Πότισε αίμα το χώμα, θάμπωσε το σμαραγδί χρώμα,  σκόρπισαν οι ποιητές. Το μόνο που απέμεινε ήταν μια υποβόσκουσα ελπίδα αλλαγής κι η ένωση με την πατρίδα έμοιαζε να σηματοδοτεί τον τερματισμό των δεινών.
Η καταδίκη ωστόσο της Άρτεμης έστεκε ζωντανή κι έτσι, μετά τους πανηγυρισμούς, άρχισαν να καταφθάνουν στο νησί οι καραβοτσακισμένοι της ζωής. Η πρώτη αποικία ψυχοπαθών εκεί δημιουργήθηκε, μετά ακολούθησαν οι πολιτικοί κρατούμενοι. Μα τούτοι οι τελευταίοι δεν έκλαιγαν! Μάζευαν τον πόνο και τον έκαναν προσφορά, τον έκαναν ποιήματα, τραγούδια, μουσικές και ζωγραφιές στην Αγία Κιουρά. Στη σιδερένια τους θέληση, μέχρι και το πέπλο της Άρτεμης πήρε να διαρρηγνύεται.



Βρήκε ευκαιρία ο Ποσειδώνας, που θεωρούσε σκληρή την τιμωρία της ανιψιάς του, κι έζωσε το νησί με σπόρους απ’ τα φυτά του. Ρίζωσαν αυτοί, βλάστησαν, αναδύθηκαν στην επιφάνεια τα πράσινα φύλλα, συναντήθηκαν με τις ηλιαχτίδες κι ο τόπος λαμπύρισε ξανά. Έφτασε η λάμψη στα μάτια της Άρτεμης, έσκυψε, αντίκρισε το σμαραγδένιο νησί αναστημένο, ξαφνιάστηκε! Μα τη νύχτα, σαν είδε τα αγάλματα να βγαίνουν από τα πηγάδια και ν’ ανεβαίνουν στα δέντρα, κατάλαβε και τους συγχώρεσε.

Αν πάτε στη Λέρο και δείτε τα φύκια που ζώνουν τις παραλίες φτάνοντας ίσαμε την επιφάνεια του νερού, θυμηθείτε πως δεν είναι φύκια, είναι τα φυτά του θεού. Κι αν κανένα βραδάκι αποφασίσετε να ξενυχτήσετε κι ανοιχτείτε στην ύπαιθρο, ίσως σταθείτε τυχεροί και δείτε κι εσείς τ’ αγάλματα ν’ ανασταίνονται. Όπου και να περπατήσετε πάντως, αν η αύρα του νησιού νιώσει ευλάβεια στα βήματα σας, θα ’ρθει ακάλεστη να σας σαγηνεύσει μιλώντας για τα δάση από πεύκα κι ευκάλυπτους, για τα νεοκλασικά και τα πυργόσπιτα, για τα ψαροχώρια και το κάστρο της Παναγιάς… Ψιθυριστά, θα σας αποκαλύψει (κομμάτι κομμάτι) την ιστορία του τόπου που χάνεται στα βάθη των αιώνων, μέχρι να σας κατακτήσει δένοντας σας για πάντα με τον τόπο.


23/10/17



Τελευταία μέρα

Τα συννεφάκια συγκεντρώθηκαν κι άρχισαν να πλένουν την πόλη. Διακριτικά, μες τη νύχτα, να μην ενοχλούν τους επισκέπτες που είχαν έρθει από όλα τα μέρη της Ελλάδας, αλλά και της Ευρώπης, για την έκθεση βιβλίου. Τρία βράδια στη σειρά έπλεναν και καθάριζαν, να λάμπει η πόλη. Την Κυριακή όμως, μες το καταμεσήμερο, άνοιξαν οι ουρανοί και μια δυνατή μπόρα ξεκίνησε.
«Βρε συννεφάκια μου, σταματήστε λίγο να μπορέσω να φύγω που δεν έχω ομπρέλα κοντά», παρακάλεσα. Τίποτα εκείνα.
«Βρε σταματήστε! Δεν μπορείτε να περιμένετε να φύγουμε για να καθαρίσετε;».
«Δεν καθαρίζουμε, κλαίμε!», κατάφεραν ν’ αρθρώσουν μέσα απ’ τα αναφιλητά τους.
«Και γιατί κλαίτε;».
«Γιατί αυτή είναι η τελευταία μέρα, όλοι φεύγετε».
«Αχ συννεφάκια μου, σας παρακαλώ σταματήστε, γιατί αν δεν φύγω τώρα θα χάσω το τρένο κι αν φύγω θα γίνω μούσκεμα».
Απαρηγόρητα όμως εκείνα συνέχιζαν το θρήνο. Η βροχή πύκνωνε, η ώρα περνούσε κι εγώ, στριμωγμένη κάτω από ένα γείσο, αναμετριόμουν με το χρόνο. Απελπισμένη κάποια στιγμή αποφάσισα να εγκαταλείψω το καταφύγιο μου και χύθηκα στο δρόμο να προλάβω. Μούσκεψα πατόκορφα, μου κόπηκε η ανάσα στο τρέξιμο, έχασα και το τρένο. Κι ενώ περίμενα στο σταθμό για το επόμενο, διαπίστωσα πως τίποτα τελικά, απ’ όλα τα ανάποδα που μου συνέβησαν τελευταία μέρα, δεν είχαν καταφέρει να μου χαλάσουν τη διάθεση. Στράφηκα στους ουράνιους φίλους μου.
«Συννεφάκια μου, γιατί από το σμίξιμο μας δεν κρατάτε τη χαρά, αλλά αφεθήκατε στη λύπη;».
Άκουσα ένα μουρμουρητό σαν να το σιγοκουβέντιαζαν, και μετά ένα ένα άρχισε να χαμογελά, μέχρι που ουράνιος θόλος φωτίστηκε ξανά.


Δεν διατίθεται αυτόματο εναλλακτικό κείμενο.

                         ⟺⟺⟺⟺⟺⟺


"Ο άνθρωπος όταν πεινάει κλέβει, κι άμα αισθανθεί ότι ο διπλανός του παραείναι χορτάτος, τότε τον πνίγει τ' άδικο και γίνεται βίαιος. Ήταν πολύ απλό κι ίσχυε από καταβολής κόσμου. Δυο λύσεις είχαν, να φύγουν ή να μείνουν. Αφού αποφάσισαν να μείνουν σ' εδάφη υπό κατοχή, έπρεπε να πληρώνουν φόρο υποτέλειας. Έτσι γινόταν από πάντα, δεν του κακοφαινόταν"
Από το βιβλίο "Ένας από μας"

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο