ΤΑ ΛΗΣΜΟΝΗΜΕΝΑ Ο Διονύσης βγήκε κτυπώντας την πόρτα με δύναμη. Ανέβηκε στην ταράτσα ν' ανασάνει. Το σπίτι τον έπνιγε. Νόμιζε πως θα σκάσει από το βάρος που 'χε θρονιαστεί στην ψυχή του, προσπαθώντας να βγάλει από τη μύγα ξύγκι. Δεν άντεχε άλλο. Δεν άντεχε άλλο το άγχος, την αγωνία, τον πανικό, τους λογαριασμούς, τα χρέη, τις δόσεις, τα δάνεια, τους ανέλπιδους κόπους, τη ζωή χωρίς αύριο, την γκρίνια και την ανασφάλεια της Λίτσας. Αυτή η αγκομαχούσα καθημερινότητα τον τρέλαινε. Θα 'θελε τόσο πολύ να γλιτώσει, να δραπετεύσει αδιαφορώντας για το κόστος. Άναψε ένα τσιγάρο ατενίζοντας το κενό που απλωνόταν μπροστά του. «Κάπως έτσι πρέπει να αισθάνονται κι όλοι εκείνοι που αποφασίζουν να πηδήξουν», σκέφτηκε και σκύβοντας, υπολόγισε την απόσταση μέχρι την άσφαλτο, θέλοντας, υποθετικά, να βεβαιωθεί πως αν τυχόν και τ' αποφάσιζε, δεν θα υπήρχε περίπτωση αποφυγής του μοιραίου. Το τέλος, υποθετικά πάντα, το 'θελε οριστικό και τελεσίδικο, χωρίς σακατιλίκια και...
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου